Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Οι καταβολές της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας


Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)

Προσφάτως κυκλοφόρησε το βιβλίο της Φανούλλας Αργυρού, «Διζωνική Εκτέλεση της Κυπριακής Δημοκρατίας, 1955-2011» (εκδόσεις Αδράστεια 2011). Πρόκειται για μια ερευνητική απόπειρα που επιχειρεί να δώσει εξηγήσεις στο ιστορικό της γένεσης και εξέλιξης των εννοιών της δικοινοτικότητας και της διζωνικότητας, που συνθέτουν το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο στηρίζονται σήμερα οι προσπάθειες λύσης του Κυπριακού ζητήματος. Ο βασικός σκοπός του βιβλίου είναι να καταδείξει πως οι έννοιες αυτές αποτελούν προϊόν της μακράς βρετανοτουρκικής προσέγγισης στο Κυπριακό καθώς επίσης τις συνθήκες που λειτούργησαν στο να επιβληθεί σταδιακά αυτή η λογική στην Ελληνική πλευρά.

Το βιβλίο (316 σελίδες) χωρίζεται σε τρία μέρη, αρχίζοντας από την Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου το 1955 και καταλήγει στις σημερινές συζητήσεις για επίλυση του προβλήματος. Βασίζεται σε ιστορικά έγγραφα τα οποία στην πλειοψηφία τους είναι έγγραφα του βρετανικού αρχείου. Αποτελούν επίσημα έγγραφα του υπουργείου Εξωτερικών, του υπουργείου Άμυνας, όπως επίσης πρωθυπουργικά και υπουργικά έγγραφα που βρίσκονται αποδεσμευμένα και είναι στη διάθεση των ερευνητών. Λόγω του ρόλου που διεδραμάτισε η Βρετανική εξωτερική πολιτική και στις τρεις φάσεις που διήλθε το Κυπριακό, από τη δεκαετία του 1950 και εντεύθεν, (αντιαποικιακή, διακοινοτική, εισβολής-κατοχής), τα Βρετανικά αρχεία θεωρούνται μια σημαντική έως πολύτιμη πηγή άντλησης πληροφοριών για τις πιο κρίσιμες πτυχές του Κυπριακού, όπως αυτή που διαπραγματεύεται η συγγραφέας.

Ουδείς πλέον αμφιβάλλει σήμερα ότι το Κυπριακό απέχει πολύ από το να ευρίσκεται πλησίον των στόχων και των παραστάσεων της λύσεως όπως η Ελληνική πλευρά τους διεμόρφωσε αμέσως μετά την εισβολή. Ελάχιστοι, όμως, αμφιβάλλουν ότι οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος διολισθαίνουν βαθμιαία και σταθερά προς τις Τουρκικές θέσεις. Αυτό, κατά τη συγγραφέα, οφείλεται στη, θεμελιακής σημασίας για την πορεία του Κυπριακού, αποδοχή της διζωνικής ομοσπονδίας ως βάσης λύσης του Κυπριακού, μετά το 1974 εκ μέρους της Ελληνικής πλευράς. Εξέλιξη την οποία, όπως εξηγείται από το αρχειακό υλικό που παρατίθεται στο βιβλίο δρομολόγησαν Βρετανοί και Τούρκοι πολύ πριν την εισβολή.
Τον στρατηγικό αυτό εγκλωβισμό, στον οποίο έχει περιέλθει η Ελληνική πλευρά, γνωρίζει πολύ καλά ο διεθνής παράγοντας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ερμηνεύεται και η διαλεκτική της αρνητικότητας που ανέπτυξαν και συνεχίζουν να αναπτύσσουν οι ξένοι διαμεσολαβητές. Προσπαθούν να δημιουργήσουν μία υποκειμενική πραγματικότητα έχοντας την απαίτηση από την Ελληνική πλευρά να βλέπει το πρόβλημα και συνεπώς τη λύση του μέσα από την δική τους οπτική. Έτσι προσπαθούν να δημιουργήσουν παραστάσεις λύσεως μέσω της διαλεκτικής της αρνητικότητας, κραδαίνοντας από μια την απειλή της τελευταίας ευκαιρίας και από την άλλη την απειλή της νομιμοποίησης της διχοτόμησης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η τελεολογία που κατασκευάζεται και προσφέρεται ως διέξοδος είναι τραγική. Στην ουσία ποιά επιλογή προδιαγράφεται για την Ελληνική πλευρά; Αποδεχθείτε όσο το ταχύτερον μία ολιγότερο επώδυνη λύση. Με άλλα λόγια, η Ελληνοκύπριοι δεν έχουν πολλά περιθώρια ελιγμών, και αυτό οφείλεται στα αδιέξοδα στρατηγικής, άρα οι προσπάθειές τους, τελολογικά, θα πρέπει να κατευθύνονται σύμφωνα με την πορεία που χάραξαν οι ξένοι διαπραγματευτές. Η διαπίστωση αυτής της πραγματικότητας σε επίπεδο μιας πολιτικής ανάλυσης είναι δυσάρεστο γεγονός τα να γίνεται όμως πρακτική της πολιτικής ηγεσίας είναι συνάμα τραγικό.
Μετά το 1974, οι η στρατηγική Αθηνών και Λευκωσίας έχει εναποθέσει τις ελπίδες επίλυσης του προβλήματος, σχεδόν αποκλειστικά, στην ψευδαίσθηση πως τόσο ο εμπλεκόμενος αμερικανοβρετανικός παράγοντας όσο και ο ΟΗΕ, θα ερμηνεύσουν το διεθνές δίκαιο όχι με κριτήριο τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες αλλά στη λογική αντικειμενικών αρχών «διεθνούς νομιμότητας». Με αυτό τον τρόπο, αντί το διεθνές δίκαιο να ενισχύει την ελληνική πλευρά, οι λανθασμένες εκτιμήσεις για το ρόλο του στις διακρατικές σχέσεις προκάλεσε σταδιακά την αποδυνάμωσή της, την εγκατάλειψη πιο αποτελεσματικών προσεγγίσεων και την σταδιακή επικράτηση των πολιτικών θέσεων της Τουρκίας.
Από την επικράτηση της θέσης ότι η επιδίωξη της αυτοδιάθεσης την δεκαετία του 1950 από τον Κυπριακό λαό ήταν άδικη και λανθασμένη που κυριάρχησε μετά το 1974, σήμερα η Ελληνική πλευρά έχει διολισθήσει σε ένα πλαίσιο λύσης που στηρίζεται στη λογική ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν έχουν δικαίωμα διαβίωσης στο πλαίσιο ενός ανεξάρτητου κράτους υπό συνθήκες ελευθερίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πως με βάση την αμετατόπιστη και αναλλοίωτη ηγεμονική παράσταση που επέβαλε η Τουρκία μετά το 1974, έχει δικαίωμα στρατηγικής εποπτείας της Κύπρου.
Το αποτέλεσμα αυτής της λογικής αποκρυσταλλώνεται στο σημερινό πλαίσιο επίλυσης του προβλήματος που χαρακτηρίζεται ως μία προσπάθεια ελαφράς βελτίωσης της υφιστάμενης κατάστασης με κάποιες «συνοριακές διευθετήσεις» και με κάποιες πολιτειακές ρυθμίσεις. Παράλληλα, η αδυναμία της Ελληνικής στρατηγικής δημιουργεί διαρκώς κίνητρα στην Τουρκία και στους διεθνείς διαμεσολαβητές πως η υποχωρητικότητά της Ελληνικής πλευράς είναι άνευ ορίων εφόσον αυτή συνεχίζει να παραμένει εγκλωβισμένη και να τρέφεται ενδόμυχα από τη διαλεκτική της αρνητικότητας.
Η πρωτοτυπία του βιβλίου έγκειται στο ότι για πρώτη φορά παρουσιάζεται συγκεντρωμένο το Βρετανικό αρχειακό υλικό που καταδεικνύει την ιστορική εξέλιξη και επιβολή, στο τέλος, της φιλοσοφίας του διοικητικού και γεωγραφικού διαχωρισμού της Κύπρου ως της μόνης βάσης λύσης του προβλήματος.

www.geopolitics-gr.blogspot.com

Αναγνώστες

About This Blog

  © Blogger templates ProBlogger Template by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP