Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Οι πυρηνικές φιλοδοξίες της Τουρκίας και η Κύπρος


oυ Χρήστου Ιακώβου, Διευθυντή του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Την εβδομάδα που πέρασε, η Τουρκία υπέγραψε με την Ρωσία συμφωνία για την κατασκευή κέντρου πυρηνικής ενέργειας. Αν και οι προσπάθειες της Τουρκίας για απόκτηση πυρηνικής δυνατότητας πάνε πίσω στη δεκαετία του 1950, η συμφωνία έρχεται να προστεθεί στο γενικότερο ζήτημα της γεωπολιτικής των πυρηνικών σε μία περιοχή εξαιρετικά επιρρεπή σε συγκρούσεις, το οποίο παραμένει επί μακρόν στην ατζέντα της διεθνούς επικαιρότητας λόγω των αντιδράσεων στο υπό εξέλιξη πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Για τα γεωπολιτικά δεδομένα της Κύπρου, έχει αρχίσει να σχηματίζεται σταδιακά ένας πυρηνικός κλοιός γύρω από το νησί. Πέραν της Ρωσοτουρκικής συμφωνίας, στη Βουλγαρία οι εργασίες για την κατασκευή πυρηνικού σταθμού παραγωγής ενέργειας άρχισαν προ διετίας. Το Ιράν προχωρεί σταθερά το πρόγραμμά του, ενώ σχέδια για νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας έχουν και τρία άλλα κράτη της ευρύτερης περιοχής, τα οποία ήδη διαθέτουν πυρηνικούς σταθμούς, δηλαδή η Ιταλία, το Ισραήλ και η Ρουμανία. Παράλληλα, προθέσεις για υλοποίηση πυρηνικών προγραμμάτων εξέφρασαν, η Ελλάδα, η Αίγυπτος, η Αλβανία και η ΠΓΔΜ. Επομένως, μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες, και εφόσον υλοποιηθούν τα σχετικά προγράμματα των χωρών αυτών, αναμένεται να εγκατασταθούν πυρηνικοί αντιδραστήρες που, σύμφωνα με την Διεθνή Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ), θα ξεπερνά η συνολική τους ισχύ τα 12.500 MW στο γεωπολιτικό τοπίο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Εγγύς Ανατολής.

Ένας βασικός λόγος που κινούνται τα κράτη προς την πυρηνική επιλογή είναι η μεγάλη αύξηση στις τιμές των ορυκτών καυσίμων με αποτέλεσμα να καταστεί η πυρηνική ενέργεια ελκυστική οικονομικοπολιτική επιλογή για πολλές κυβερνήσεις που δεν είχαν τέτοιες προθέσεις και φιλοδοξίες στο παρελθόν.
Στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο παρελθόν προκλήθηκε, για πρώτη φορά στην ιστορία του κράτους, δημόσιος διάλογος μεταξύ αυτών που φλερτάρουν με την πυρηνική επιλογή και αυτών που αντιτίθενται. Κάθε κράτος της περιοχής που θέλει να υλοποιήσει πυρηνική πολιτική έχει να αντιμετωπίσει τρία σημαντικά ζητήματα, τα οποία προκαλούν σοβαρούς προβληματισμούς. Πρώτον, κανείς δεν μπορεί να εξασφαλίσει εκ των προτέρων τον αποκλεισμό ενός ενδεχομένου ατυχήματος, είτε λόγω τεχνικού προβλήματος είτε λόγω ανθρωπίνου λάθους. Δεύτερον, σχετικά με το πρόβλημα της διαχείρισης των πυρηνικών αποβλήτων, για τα οποία δεν έχει βρεθεί κάποια απόλυτα ασφαλής μέθοδος αδρανοποίησης. Τέλος, η εξασφάλιση των πυρηνικών εγκαταστάσεων από πιθανές τρομοκρατικές ενέργειες εξελίσσεται σε μείζονος σημασίας ζήτημα λόγω της ρευστότητας και αστάθειας που χαρακτηρίζει το γεωπολιτικό τοπίο της περιοχής.
Η πυρηνική ενέργεια σίγουρα δεν περιβάλλεται από αθωότητα (χωρίς να προτίθεμαι να τη δαιμονοποιήσω) και η κατοχή της προσφέρει, αναμφίβολα, περαιτέρω ισχύ και μια ψευδαίσθηση ανεξαρτησίας. Επίσης, δεν είναι οικολογική και ούτε καν αποτελεί φθηνή επιλογή και λύση. Όταν συνυπολογίσει κανείς το υψηλό κόστος κατασκευής, τα αυξημένα μέτρα προστασίας λόγω σεισμικότητας και η αυξανόμενη τιμή του ουρανίου, τότε αντιλαμβάνεται ότι αποτελεί μια από τις πλέον ακριβές λύσεις για το ενεργειακό έλλειμμα ενός μικρού κράτους όπως η Κύπρος. Ευλόγως δημιουργείται τότε το ερώτημα: γιατί οι γειτονικές χώρες επιμένουν τόσο πολύ στη δημιουργία πυρηνικών υποδομών;
Επομένως, υπάρχουν και άλλοι λόγοι τους οποίους πρέπει να αναλύσουμε για να ερμηνεύσουμε τις εξελίξεις γύρω από την εμμονή σε πυρηνικά προγράμματα στην ευρύτερη περιοχή. Τα κράτη που αποκτούν πρόσβαση σε πυρηνική τεχνολογία υφίστανται, εκ των πραγμάτων, μια γεωπολιτική αναβάθμιση. Αποκτούν σε τελική ανάλυση ένα συγκριτικό πλεονέκτημα ισχύος σε σχέση με γειτονικά κράτη (όπως πχ το Ισραήλ έναντι των Αραβικών κρατών). Επιπλέον, οι ενεργειακές τους υποδομές αναπτύσσονται και νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται.
Μπροστά σ’ αυτό το εξελισσόμενο γεωστρατηγικά τοπίο τι πρέπει να κάνουμε ως κράτος απέναντι στον κλοιό που δημιουργείται γύρω μας αργά και σταθερά; Σίγουρα δεν μπορούμε να υπαγορεύσουμε ούτε να παραγάγουμε πολιτική στην περιοχή, ειδικά σε τέτοιο επίπεδο υψηλής στρατηγικής. Προς το παρόν οι κινήσεις της χώρας μας περιορίζονται στην εκ του μακρόθεν παθητική παρακολούθηση του θέματος. Σημειώνεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, βάσει διεθνών συνθηκών, έχει δικαίωμα λόγου και ενημέρωσης για τις πυρηνικές δραστηριότητες των γειτονικών της χωρών. Ένα δικαίωμα, το οποίο καμία κυπριακή κυβέρνηση δεν έχει εξασκήσει ακόμα.
Μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, μέρος της εξωτερικής της πολιτική χαρακτηρίζεται από σταθερά αυξανόμενη αλληλεξάρτηση σε μία γκάμα θεμάτων που απαιτούν κοινές λύσεις σε κοινά προβλήματα. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να μεταφέρει το θέμα αυτό εντός της ΕΕ και σε επαφή με τις χώρες της Ένωσης που διαφοροποιούνται στη χρήση πυρηνικής ενέργειας να προωθήσει τη διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στο ζήτημα αυτό. Σε στρατηγικό επίπεδο δεν υπάρχει καμία διαφορά ως προς το επίπεδο ασφαλείας μας, από το αν ένα πυρηνικό εργοστάσιο λειτουργεί στην Τουρκία ή στο Ισραήλ, πλησίον του κυπριακού κράτους ή το ίδιο αυτό εργοστάσιο είναι κυπριακό, εντός του νησιού. Οι κίνδυνοι από την γεωπολιτική των πυρηνικών ξεπερνά τα σύνορα, άρα το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τις επιδιωκόμενες λύσεις.

Read more...

Πυρ και μανία οι ΗΠΑ με τη Τουρκία


Οι Αμερικανοί είναι ιδιαίτερα στενοχωρημένοι με τη στάση της Τουρκίας. Για πολλούς λόγους. Το 2003, οι Τούρκοι είχαν απαγορεύσει τις μετακινήσεις αμερικανικών στρατευμάτων προς το Ιράκ μέσω της βόρειας Τουρκίας, με αποτέλεσμα τη δυσχέρεια των πολεμικών επιχειρήσεων και την αύξηση των αμερικανικών απωλειών. Από τότε και μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση του Erdogan προωθεί συστηματικά μια ισλαμική ατζέντα τόσο στα εσωτερικά όσο και στα εξωτερικά ζητήματα της χώρας του. Παρά το άνοιγμα του Ομπάμα προς τις ισλαμικές χώρες, οι ΗΠΑ δεν έχουν ανταμειφθεί σχεδόν καθόλου από αυτές.
Στο ζήτημα του πυρηνικού Ιράν, από την αρχή φάνηκε πως η Τουρκία θα αποτελούσε ένα σοβαρό εμπόδιο στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, σε αγαστή συνεργασία με τη Κίνα, τη Ρωσία, και τη Βραζιλία, χώρες προς τις οποίες επίσης έκανε σημαντικά ανοίγματα ο Ομπάμα.


Η χθεσινή συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Ιράν, με τη βοήθεια της Βραζιλίας, αποτελεί ένα διπλωματικό πρόσχημα για να υπονομευθούν οι κυρώσεις εναντίον της Τεχεράνης. Αυτό ισχυρίζεται ο Marty Perez γράφοντας στο New Republic, και αναρωτιέται μήπως επιτέλους «Έφτασε η ώρα να εκδιωχθεί η Τουρκία από το ΝΑΤΟ. Αν η Τουρκία είναι μέλος της πολιτισμένης Ευρώπης, τότε εγώ είμαι ο εκπρόσωπος τύπου της παλαιστινιακής αρχής…» λέει. Και παραπέμπει σε άρθρο της MEMRI (The Middle East Media Research Institute) όπου μεταξύ άλλων τονίζονται τα οφέλη του Ιράν από τη συμφωνία με τους Τούρκους.
Ποια είναι αυτά; Σύμφωνα με το άρθρο, η συμφωνία αποτελεί στην ουσία τελεσίγραφο της Τεχεράνης προς τη Δύση και προς την ΙΑΕΑ (International Atomic Energy Agency) και παράλληλα αποτελεί μια διπλή ιρανική επιτυχία.
1. Καθιερώνει μια νέα διεθνή τάξη υπό την ηγεσία του Ιράν. Ικανοποιεί την ανάγκη της Τεχεράνης να συμμετέχει στη διαχείριση του κόσμου, όπως δήλωσε επανειλημμένα ο Mahmoud Ahmadinejad, και να προσφέρει μια πολιτική, πολιτισμική και ηθική εναλλακτική λύση στις δυνάμεις της παλιάς διεθνούς τάξης, των ΗΠΑ και τη Δύσης γενικότερα. Η ιρανική κίνηση αποδεικνύει πως το Ιράν κατάφερε να αποφύγει και να παρακάμψει τη Δύση, και πιο ειδικά τους Αμερικανούς, με το σχεδιασμό της εν λόγω συμφωνίας που αναδιατάσσει τις αναδυόμενες δυνάμεις στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Της Βραζιλίας δηλαδή, που διαθέτει πυρηνικά σχέδια με στρατιωτικές προοπτικές, και της Τουρκίας, που σαν περιφερειακή ισλαμική δύναμη παίζει σημαντικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή. Η συμφωνία εξάλλου, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια παρόμοια εκδοχή της συμφωνίας που προτάθηκε στο Ιράν από τη Δύση στη συνάντηση της Βιέννης. Η στρατολόγηση όμως της Βραζιλίας, που είναι μια ανερχόμενη παγκόσμια δύναμη και μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, έχει μεταφέρει την ιρανική πρωτοβουλία πέρα από τα όρια της Μέσης Ανατολής και της ιρανικής σφαίρας επιρροής, θέτοντας τις βάσεις για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας συμμαχίας που το Ιράν επιθυμεί να παρουσιάσει ως εναλλακτική επιλογή στην παρούσα ηγεμονία της Δύσης.
2. Η συμφωνία υπονομεύει τις προσπάθειες των Δυτικών (και των ΗΠΑ) να επιβάλλουν κυρώσεις στο Ιράν. Τώρα που η Τεχεράνη δείχνει θέληση για συμβιβασμό στο ζήτημα των πυρηνικών της φιλοδοξιών, στο πνεύμα αυτών που συζητήθηκαν και προτάθηκαν στη Βιέννη, θεωρείται πως η όποια επιμονή σε μέτρα και κυρώσεις εναντίων των Ιρανών είναι πλέον άτοπη και αδικαιολόγητη. Αν η Δύση επιμείνει σε αυτά, θα φανεί πως είναι αντιδραστική και αρνητική, και πως δεν επιθυμεί να μοιραστεί τη πυρηνική της τεχνολογία με τον Tρίτο Kόσμο.

Read more...

Το Κουρδικό Πρόβλημα της Μερσίνας


Η Μερσίνα είναι μια πόλη που δέχτηκε τεράστιο αριθμό Κούρδων εσωτερικών προσφύγων από τα χρόνια της δεκαετίας του ’80 και εντεύθεν...
Στα βόρεια και τα ανατολικά της Μερσίνας κατοικεί ένας μεγάλος αριθμός Κούρδων, σε γειτονιές που είναι κουρδικά γκέτο.
Όταν βλέπει κανείς την κατάσταση αυτή από τα έξω, διαπιστώνει ότι στη Μερσίνα υπάρχει μια «Κουρδική πραγματικότητα», που είναι έτοιμη ανά πάσα στιγμή να πολιτικοποιηθεί και να εκραγεί.
Υπάρχουν αναφορές που μιλούν για υπαρκτό κίνδυνο τουρκο-κουρδικής σύγκρουσης στη Μερσίνα, κυρίως εξ αιτίας της ύπαρξης αμιγών κουρδικών πληθυσμών δίπλα σε τουρκικούς.
Με βάση στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας της Τουρκίας (Turkiye Istatistik Kurumu, TUIK), η Μερσίνα, με βάση τις τέσσερις τελευταίες απογραφές και μέχρι το 2007 δέχτηκε 412.000 εσωτερικούς μετανάστες... Το σύνολο του πληθυσμού της Μερσίνας είναι 825.000 κάτοικοι.

Με βάση έρευνα που έκανε ο Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου της Μερσίνας Γιασάρ Ερζέμ (Yasar Erjem) το 2009, το 83% των εσωτερικών μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στη Μερσίνα είναι από την Ανατολική και Νοτιοανατολική Τουρκία, δηλαδή Κούρδοι...
Αν ληφθεί δε υπ’ όψιν ότι οι εσωτερικοί μετανάστες εγκαταστάθηκαν στην πόλη και όχι στις κωμοπόλεις της Μερσίνας, με άνεση μπορούμε να πούμε ότι οι Κούρδοι ξεπερνούν το 50% του πληθυσμού της πόλης.
Με βάση την έρευνα του καθηγητή Ερζέμ, που αφορά 5.900 άτομα που ανήκουν σε 1022 οικογένειες εγκατεστημένες σε κουρδικές συνοικίες της Μερσίνας, το 71% των ατόμων αυτών είναι κάτω των 19 ετών. Το 30% από αυτούς είναι άνεργοι... Το 42% των οικογενειών αυτών έχει μηνιαία έσοδα που κυμαίνεται κατά μέσο όρο μεταξύ 200 και 400 λιρών Τουρκίας (100-200 ευρώ). Το 20% των ατόμων αυτών δεν γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή (και αρκετοί από αυτούς ούτε την τουρκική γλώσσα, σ.τ.μ.)
Ένας πολύ μεγάλος πληθυσμός, με μικρό μέσο όρο ηλικίας, που ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας, χωρίς παιδεία και χωρίς μέλλον, δημιουργούν μια κατάσταση, που αν συνυπολογιστεί με το «Κουρδικό Πρόβλημα» που βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι πολύ εύκολο να πολιτικοποιηθεί και να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, η Μερσίνα μπορεί να θεωρηθεί ως ένα «πεδίο παιγνίων» για εκείνους που θέλουν να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη μέσα από εθνοφυλετικές συγκρούσεις.
Για τους παραπάνω λόγους τώρα είναι καιρός να γίνουν «εξωτερικές επενδύσεις» στους ανθρώπους και την κοινωνία της Μερσίνας, από μη κυβερνητικές οργανώσεις και ομάδες πολιτών που επιδιώκουν την ειρηνική συμβίωση, για να αποφευχθούν τα χειρότερα...
Γι’ αυτό θεωρούμε ότι ήταν επίκαιρη η εκδήλωση στρογγυλής τραπέζης «Η Μερσίνα ως στάση στην πορεία προς τον εκδημοκρατισμό» που διοργάνωσε στη Μερσίνα ο Σύλλογος Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (Ekopolitik) που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη.
Σαράντα προβεβλημένα άτομα, σουνίτες, αλεβίτες, Τούρκοι και Κούρδοι της Μερσίνας, συζήτησαν επί διήμερο την «Κουρδική Κατάσταση» της πόλης και εξέτασαν τις ενέργειες και τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν για να αποτραπεί μια τουρκο-κουρδική σύγκρουση στην πόλη.
Ο σύλλογος Ekopolitik κάλεσε και μένα σε αυτή την εκδήλωση. Ακύρωσα μια υποχρέωση που είχα στο εξωτερικό και συμμετείχα με ενθουσιασμό στην εκδήλωση αυτή. Κλήθηκα και συμμετείχα ως ‘παρατηρητής’, αφού οι διοργανωτές δεν γνώριζαν ότι είχα ρίζες από τη Μερσίνα. Παρότι είμαι Κωνσταντινουπολίτης, αισθάνθηκα πολύ έντονα τη σχέση μου με την πόλη, αφού οι Τουρκομάνοι πρόγονοί μου ήταν από τους ιδρυτές της Μερσίνας, στα μέσα του 19ου αιώνα.
Μια από τις ενδιαφέρουσες ιδέες που έγινε αποδεκτή στην εκδήλωση, είναι η ίδρυση ενός ‘ανθρώπινου συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης’ μεταξύ του κέντρο της πόλης και των κουρδικών γκέτο της Μερσίνας.
Με πρωτοβουλία των μαζικών οργανώσεων, θα ενισχυθούν οι δεσμοί και θα χτιστούν γέφυρες μεταξύ του κέντρου της πόλης και των κουρδικών γκέτο, για να πάψουν οι Κούρδοι να θεωρούν ξένη την κοινωνία της πόλης, αίσθημα που θεωρείται μια από της πηγές της έντασης που υπάρχει στην πόλη.
Με τέτοιες ενέργειες μπορεί να στηθεί ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης. Και για να πετύχει, χρειάζεται η υποστήριξη των τοπικών ΜΜΕ.
Όπως τόνισε και ένας από τους συμμετέχοντες, θα πρέπει επειγόντως να δημιουργηθεί μια σύνθεση μεταξύ των περιθωριοποιημένων φτωχών και των πλούσιων παραθαλάσσιων συνοικιών της Μερσίνας, που θα συνενώσει τον κοινωνικό ιστό της πόλης.
Στο θέμα αυτό πέφτει μεγάλο βάρος στις πλάτες των Κούρδων επιχειρηματιών και των ηγετικών προσωπικοτήτων της τοπικής κουρδικής κοινωνίας.
Πηγή: Μιλλιέτ

Read more...

«Οι Κούρδοι θα κάνουν τη ζωή σας κόλαση!»


Ο βουλευτής του Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP), Νεζίρ Καραμπάς (Nezir Karabaş), σε ομιλία που έκανε σε ανοικτή εκδήλωση στο Ντιγιαρμπακίρ, εκτόξευσε ανοιχτές απειλές εναντίον της Τουρκίας και των Τούρκων.

Το Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας διοργάνωσε ανοικτή συγκέντρωση και πορεία διαμαρτυρίας στο Ντιγιαρμπακίρ, ζητώντας να σταματήσουν οι επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού εναντίον των Κούρδων ανταρτών, να σταματήσει η αναθεώρηση του συντάγματος υπό αυτή τη μορφή, και να καταδικαστεί ο απαγχονισμός των πέντε Κούρδων ανταρτών του PJAK, που έγινε πρόσφατα από τις ιρανικές αρχές.
Στην ανοικτή συγκέντρωση, που έγινε μπροστά από το κτίριο την νομαρχιακής οργάνωσης του BDP, συμμετείχαν είκοσι χιλιάδες άτομα, στα οποία απηύθυνε χαιρετισμό ο πρόεδρος της νομαρχιακής Νιγιάντ Γιαρούκ (Nijad Yaruk), ο οποίος μεταξύ άλλων είπε τα εξής:

«Αντί να αγκαλιάζουν τα φέρετρα, εμείς θέλουμε οι μανάδες να αγκαλιάζουν τα παιδιά τους. Για να βρεθεί λύση στο πρόβλημα, πρώτα θα πρέπει να σταματήσουν οι επιχειρήσεις και να αποκαλυφθούν εκείνοι που επιδιώκουν τον εθνοφυλετικό πόλεμο. Αυτός ο βρώμικος πόλεμος προκαλεί πόνο και θλίψη και στους Τούρκους και στους Κούρδους. Πάντως εκείνοι που επιδιώκουν τον πόλεμο θα πρέπει να γνωρίζουν ότι οι σημερινοί Κούρδοι δεν είναι εκείνοι που ήξεραν. Είναι πολύ κοντά εκείνες οι μέρες που θα γονατίσετε και θα προσκυνήσετε μπροστά σε εκείνο το λαό που εσείς προσπαθήσατε να τον κάνετε να γονατίσει και να σας προσκυνήσει».
Στη συνέχεια το λόγο έλαβε ο βουλευτής BDP του νομού Μπίτλις, Νεζίρ Καραμπάς (Nezir Karabaş), ό οποίος είπε τα εξής:
«Ποιες ήταν οι απαιτήσεις του Κουρδικού λαού, ποιες ήταν οι υποσχέσεις που έδωσε ο η κυβέρνηση του ΑΚΡ στον Κουρδικό λαό; Μας είπαν τα εξής:
‘Θα λύσουμε τα προβλήματα των Κούρδων, θα ικανοποιήσουμε τις απαιτήσεις των Κούρδων, θα σταματήσουμε τις επιχειρήσεις του στρατού, δεν θα επιτρέπουμε να χύνονται άλλο τα δάκρυα των μανάδων, θα φέρουμε την δημοκρατία, θα αλλάξουμε το φασιστικό σύνταγμα της Χούντας του Εβρέν, θα επιλύσουμε τα προβλήματα πολιτικής έκφρασης και δημοκρατίας που αντιμετωπίζουν οι Κούρδοι.
Μας είπαν ότι θα απελευθερώσουν τα παιδιά που συνελήφθησαν και αιχμαλωτίστηκαν για να καμφθεί η αγωνιστική βούληση του κουρδικού λαού, ότι θα ανοίξουν το δρόμο για την ελεύθερη χρήση της κουρδικής γλώσσας, την ελεύθερη πολιτιστική και πολιτική έκφραση των Κούρδων.
Σήμερα γιατί είμαστε στους δρόμους;
Γιατί είστε εσείς στους δρόμους και τις πλατείες;
Γιατί βρίσκεται σε εξέλιξη ένας βρώμικος πόλεμος πολύ χειρότερος από αυτόν του παρελθόντος. Ένας πόλεμος που διεξάγεται με την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Δύσης.

Αν συνεχίσετε αυτήν την πολιτική, αν συνεχίσετε αυτόν τον πόλεμο, σας διαβεβαιώνω και σας υπόσχομαι ότι εμείς οι Κούρδοι, αυτός ο λαός που του αρνήθηκαν την ύπαρξή του επί 90 χρόνια, που πλήρωσε μεγάλο τίμημα και δεν έσκυψε το κεφάλι αυτά τα τριάντα χρόνια που συνεχίζεται ο πόλεμος εναντίον μας, σας ορκίζομαι ότι αυτός ο λαός, ο κουρδικός λαός θα κάνει τη ζωή σας κόλαση.

Ο κουρδικός λαός θα επηρεάσει τη ζωή σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Η αντίδραση του κουρδικού λαού, που μάχεται ηρωικά επί δεκαετίες, δεν θα περιοριστεί στη δράση των ανταρτών. Εκατομμύρια Κούρδοι θα σταματήσουν τη ζωή στις πόλεις, τις λεωφόρους και τους δρόμους».
Πηγή: Χαμπέρτουρκ

Read more...

Πρόεδρος Finansbank: "Ούτε μία λίρα για την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας - Όλα τα κέρδη στην Τουρκία"


Κόλαφο για την "επενδυτική", υποτίθεται, πολιτική που ασκεί η Εθνική Τράπεζα και συνακόλουθα για όλα τα ψεύδη που μας αραδιάζουν τραπεζίτες και υπουργοί Οικονομίας που υπεραμύνονται των ελληνικών επενδύσεων στην Τουρκία: "Δεν έχει γίνει μεταφορά κερδών από την τουρκική τράπεζα Finansbank προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Ούτε μία λίρα. Όλα τα κέρδη θα επανεπενδύονται στην Τουρκία", δηλώνει ο Ομέρ Αράς, πρόεδρος της τουρκικής τράπεζας που είναι θυγατρική της Εθνικής στην Τουρκία.

Σε συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στο σημερινό φύλλο της τουρκικής εφημερίδας «Μιλιέτ», ο κ. Αράς απάντησε σε ερώτηση σχετικά με τη φημολογία περί μεταφοράς χρημάτων προς την Εθνική, για να πει ότι «εξαιτίας της μείωσης των κερδών των τραπεζών στην Ελλάδα, τόσο της Εθνικής, όσο και των υπόλοιπων τραπεζών, εμφανίζεται μια εικόνα σχετικής αύξησης των κερδών της Finansbank εντός του ομίλου».

«Η Finansbank δεν έχει μοιράσει ούτε μία λίρα μέρισμα από τα κέρδη της και δεν σχεδιάζει να το κάνει. Το σύνολο του κέρδους προστίθεται στο κεφάλαιο της τράπεζας και σκοπός είναι η επέκταση της Finansbank στην Τουρκία. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα μεταφοράς κέρδους», επισημαίνει.

«Δεν λειτουργούμε ως υποκατάστημα της Εθνικής. Η Finansbank λειτουργεί στην Τουρκία ως τουρκική τράπεζα. Μας ελέγχει το Συμβούλιο Ελέγχου Τραπεζών και έχουμε έναν άκρως υγιή ισολογισμό. Συνεχίζουμε να αναπτυσσόμαστε Οι στόχοι που θέσαμε με τον προϋπολογισμό του 2010 αφορούν ανάπτυξη πάνω από το μέσο όρο του τραπεζικού τομέα στην Τουρκία και τα δεδομένα του πρώτου τριμήνου μας επιβεβαιώνουν», καταλήγει ο Ομέρ Αράς.

Με πολύ απλά λόγια οι Έλληνες καταθέτες και μέτοχοι της Εθνικής Τράπεζας, επένδυσαν τα χρήματά τους στην Τουρκία για να σώσουν την ... τουρκική οικονομία και μόνο, έχοντας βέβαια στο σβέρκο τους και όλες τις επισφάλειες της τουρκικής τράπεζας. Πότε θα έχουμε προανακριτική για τα εθνικά θέματα;

Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Read more...

H συμφωνία της Τεχεράνης, οι αναδυόμενες συμμαχίες και η Ελληνική απουσία


Ο αεικίνητος, ως αποδεικνύεται Ερντογάν, βρέθηκε, μετά την Ελλάδα, στο Ιράν. Εκεί, ήταν και ο βραζιλιάνος πρόεδρος, Λούλα, ο οποίος έφτασε στην Τεχεράνη αμέσως μετά την επίσκεψη του στη Μόσχα. Η συμφωνία που υπογράφτηκε είναι σημαντικότατη. Κι ας επιχειρεί να την υποβαθμίσει η Δύση. Με τη συμφωνία αυτή, το Ιράν δέχεται να στείλει ελαφρώς εμπλουτισμένο ουράνιο, προκειμένου στη συνέχεια να πάρει πίσω υψηλά εμπλουτισμένο πυρηνικό καύσιμο για χρήση σε ερευνητικό πυρηνικό αντιδραστήρα, στην Τουρκία και όχι στη Γαλλία ή τη Ρωσία.

Ανεξαρτήτως αν μπορεί να κάνει η Τουρκία κάτι τέτοιο τεχνικά ή όχι, ένα είναι βέβαιον. Η Άγκυρα διασφαλίζει τον ρόλο της στο «μέγα» -για τη Δύση- ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν, ως διαμεσολαβητής. Αντίστοιχο ρόλο, ίσως πολύ πιο προωθημένο, έχει η Ρωσία, η οποία εξάλλου πουλάει πυρηνική τεχνολογία στο Ιράν. Αυτός ακριβώς, είναι ο λόγος που εδώ και πολλούς μήνες οι σχέσεις του Ισραήλ με την Τουρκία βρίσκονται στο ιστορικό ναδίρ τους. Να σημειωθεί πως το Τέλ Αβίβ, είναι το μόνο που ανοικτά ζητάει τον βομβαρδισμό του Ιράν. Που κολλάει σε όλα αυτά ο Λούλα; Να θυμίσουμε το εξής: Βραζιλία, Κίνα, Ρωσία, Ινδία, βρίσκονται σε διαρκή θεσμική συνεννόηση και οι ηγέτες τους σε τακτικότατες επαφές. Είναι ο πόλος των αναπτυσσόμενων μεγάλων ή μεσαίων παγκόσμιων δυνάμεων. Είναι ουσιαστικά ένα νέο διεθνές κλάμπ που σχηματίζεται και, με κάθε ευκαιρία, δείχνει να λειτουργεί ως ο αντίποδας του Πρώτου –Δυτικού- Κόσμου. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, ότι ο Λούλα, προτού πάει στο Ιράν, πέρασε από το Κρεμλίνο. Και, ως όλα δείχνουν, η Τουρκία, η οποία κατανοεί ότι πολλά αλλάζουν ταχύτατα στον κόσμο, κάνει σοβαρά ανοίγματα σε αυτόν τον πόλο και σπεύδει να ανεβεί σε αυτό το τραίνο.

Η Τουρκία λοιπόν, φαίνεται πεντακάθαρα ότι έχει επιλέξει να κάνει ανοίγματα προς πολλές κατευθύνσεις. Αναμφισβήτητα, ο Ερντογάν δεν θέλει να τα’χει καλά με τη Δ.Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Όμως, η Τουρκία έχει πάψει να είναι ο «Yes man» των ΗΠΑ, του Ψυχρού Πολέμου, και πλέον χαράσσει, σε μεγάλο βαθμό, τη δική της αυτόνομη πολιτική. Θέλει να έχει εξέχουσα θέση στο κλάμπ των αναπτυσσομένων, και των χωρών της Μέσης Ανατολής. Κοιτάζει Δυτικά, αλλά αλληθωρίζει, πολύ περισσότερο, Ανατολικά. Εάν ο κ.Γ.Παπανδρέου ήθελε να κάνει αβάντα στο αυξανόμενο διεθνές κύρος του κ.Ερντογάν, το πέτυχε. Διότι στα ελληνικά εθνικά ζητήματα, δεν πήρε τίποτε. Η επίσκεψη Ερντογάν στην Ελλάδα έγινε στο πλαίσιο της υπερκινητικότητας της τουρκικής διπλωματίας σε όλα τα επίπεδα και το μόνο που εξυπηρετούσε ήταν τον Ερντογάν προσωπικά και τη διεθνή εικόνα της Τουρκίας.

Να σημειωθεί ότι αρχιτέκτονας του τουρκικού διπλωματικού σχεδίου, είναι ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Νταβούτογλου. Ο «Τούρκος Κίσσιγκερ», όπως τον χαρακτηρίζει η Le Monde σε πρόσφατο άρθρο της. Ιδού, όμως, τι αναφέρει η γαλλική εφημερίδα για την πορεία της γείτονος. Η Αγκυρα ολοένα περισσότερο μετατρέπεται σε «φάρο όλης της περιοχής». Ενας «φάρος» μάλιστα, ο οποίος όλο και πιο πολύ εμπλέκεται στα σοβαρότερα προβλήματα της περιοχής. Με τη μείωση της επιρροής της Σαουδικής Αραβίας και της Αιγύπτου, και καλυτερεύοντας τις σχέσεις της με τη Συρία, το Ιράκ, την Ελλάδα και την Αρμενία, η Τουρκία μετατρέπεται σε «κυρίαρχο παίκτη» στη Μ.Ανατολή. Ταυτόχρονα, συσφίγγει τις σχέσεις της με τη Ρωσία και όλη την Ανατολή Ευρώπη και κάνει «πραγματική επέλαση προς την κατεύθυνση της Αφρικής». Αξιοσημείωτη για όλα αυτά, είναι η πρόσφατη επίσκεψη Ερντογάν στις ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκαν διεξοδικά οι τουρκο-αρμενικές σχέσεις, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ενώ πραγματοποιήθηκε και συνάντηση Ερντογάν με τον αρμένιο πρόεδρο Σαργκσιάν.

Να προσθέσουμε, εμείς, σε όλα αυτά, τις ενεργειακές και οικονομικές συμφωνίες με τη Ρωσία. Να θυμίσουμε επίσης, το εξής: Ο πρόεδρος της Ρωσίας, Μπεντβέντεφ, προτού επισκεφθεί την Τουρκία, ήταν στη Συρία. Εκεί, μάλιστα, συναντήθηκε με τον ηγέτη της «Χαμάς». Είναι η πρώτη φορά που, ακόμα και Ρώσος ηγέτης, κάνει κάτι τέτοιο. Εως τώρα, μόνον αντιπροσωπείες της «Χαμάς» είχαν επισκεφθεί τη Μόσχα. Εξίσου ενδιαφέρουσα «σύμπτωση» (;) είναι ότι ο Ερντογάν κάνει πολλά ανοίγματα για την επίλυση του Παλαιστινιακού. Κάτι που έχει ξεσηκώσει την αντίδραση των Ισραηλινών.

Ας ρίξουμε όμως, μια ματιά στις σχέσεις Τουρκίας-Ιράν, οι οποίες τα τελευταία χρόνια διάγουν έναν παρατεταμένο μήνα του μέλιτος. Αφότου η Τεχεράνη, ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, κατανόησε το αδιέξοδο της εξαγωγής της ισλαμικής επανάστασης (και στην Τουρκία), και την ανάγκη να κάνει βήματα ώστε να βγεί από τη διεθνή απομόνωσή της, οι δύο πλευρές άρχισαν την προσέγγιση. Το απόγειο της σύσφιγξης των σχέσεων ήταν το 11μηνο Ερμπακάν (1996-1997), τον οποίο άλλωστε, το Ιράν βοήθησε με κάθε τρόπο. Μεταξύ των άλλων, τότε υπογράφτηκε και συμφωνία για παροχή στην Τουρκία πολύ μεγάλων ποσοτήτων φυσικού αερίου από το Ιράν. Να σημειωθεί πως και πρίν, η Τουρκία είχε συμφωνήσει να πουλάει στο Ιράν οπλικά συστήματα που δεν του έδινε η Δύση. Γενικότερα, οι κάθε λογής συμφωνίες που διαχρονικά έχουν υπογράψει και υλοποιούν οι δύο χώρες, έχουν συμβάλλει καθοριστικά στην απεξάρτηση της Τουρκίας από τη Δ.Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Και μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια. Ο επικεφαλής της ισραηλινής διπλωματίας, Λίμπερμαν (σκληρός Δεξιός), είναι κατά των ανοιγμάτων προς την Τουρκία. Αντίθετη θέση έχει ο υπουργός Αμύνης, «Εργατικός», Μπάρακ.

Επίσης, μπορεί η Αγκυρα να μην εξαπολύει ανοιχτές επιθέσεις κατά της πολιτικής των ΗΠΑ, αλλά είναι εμφανής στην πράξη η διαφοροποίησή της. Ενδεικτικό είναι ότι πέρυσι η Τουρκία αρνήθηκε να στείλει επιπλέον στρατεύματα στο Αφγανιστάν, αν και της το ζήτησε η Ουάσιγκτων, ενώ δήλωσε ότι τα 1750 άτομα που είναι εκεί, δεν θα παίρνουν μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις. Ενας άλλος στόχος της Αγκυρας είναι να οικοδομήσει έναν «εννιαίο χώρο τουρκόγλωσσων» υπό την αιγίδα της. Εφόσον επιτευχθεί κάτι τέτοιο, αυτός ο χώρος, σε βάθος χρόνου θα μπορεί να ανταγωνιστεί στην ευρύτερη περιοχή, αν όχι στον οικονομικό τομέα, τουλάχιστον σε επίπεδο πολιτικής επιρροής, τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Ταυτόχρονα, νευραλγικός στόχος είναι η καλλιέργεια της εικόνας της Τουρκίας, ως ενός «φάρου του κοσμικού ισλάμ» για όλους τους μουσουλμάνους. Και για εκείνους που ζούν ως μετανάστες στη Δ.Ευρώπη. Πολύ περισσότερο, για τους Ελληνες μουσουλμάνους. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, στην Τουρκία, η αύξηση της δύναμης Ερντογάν, δεν σημαίνει άνοδο του ισλαμισμού στην εξουσία, αλλά ενίσχυση εκείνης της εικόνας που βοηθά στην αύξηση της επιρροής της στο μουσουλμανικό κόσμο. Το αν θα το πετύχει τελικά το στόχο της, παραμένει αδιευκρίνιστο. Πόσο μάλλον, όταν είναι γνωστές οι ιστορικές διαφορές Αράβων-Τουρκίας και η πρόθεση του Ιράν να ηγηθεί των μουσουλμάνων. Να σημειωθεί πως, εκτός των σχέσεων που φροντίζει να διατηρεί με την Χεζμπολάχ (Λίβανος) και Χαμάς (Γάζα), η Αγκυρα έχει δώσει καταφύγιο σε σειρά ισλαμικών οργανώσεων, όπως, μεταξύ άλλων, Τσετσενικών.

Read more...

ΤΟΥΡΚΙΑ: Ο Α/ΓΕΕΘΑ ΔΗΛΩΝΕΙ ΟΧΙ ΚΡΙΣΗ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


«Δεν αποσκοπούμε στην πρόκληση κρίσης στο Αιγαίο, αλλά στην εκπαίδευση της πολεμικής αεροπορίας», δηλώνει ο αρχηγός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Ιλκέρ Μπάσμουγ, υπογραμμίζοντας ότι αν δεχθεί πρόσκληση, θα επισκεφθεί την Ελλάδα.
Ο κ. Μπασμπούγ είπε πως κατά την κατ΄ιδίαν συνάντηση που είχε πριν από 15 μέρες στις Βρυξέλλες με τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ πτέραρχο Ιωάννη Γιάγκο στο περιθώριο της συνάντησης αρχηγών επιτελείων του ΝΑΤΟ, συζητήθηκαν τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και τόνισε πως «το μεγαλύτερο ρίσκο σχετίζεται με τις πολεμικές αεροπορίες».

Σύμφωνα με το τουρκικό ειδησεογραφικό πρακτορείο «Ανατολή», ο Τούρκος επιτελάρχης είπε πως «τα τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη, που πραγματοποιούν εκπαιδευτικές πτήσεις, πετούν δίχως οπλισμό» και ότι «οπλισμένα πετούν μόνο λίγα αεροσκάφη που συνοδεύουν» τα πρώτα. Είπε ακόμη πως ανέφερε στον Έλληνα ομόλογό του ότι «τα ελληνικά αεροσκάφη πετούν οπλισμένα», ζητώντας «να αφαιρέσουμε τα όπλα αυτά και να μειώσουμε το βαθμό απειλής». Σύμφωνα με τον Τούρκο στρατηγό, ο πτέραρχος Γιάγκος απάντησε λέγοντας ότι θα το σκεφτεί.

Ο κ. Μπασμπούγ είπε επίσης ότι «είναι λάθος η αντίληψη περί μείωσης των ωρών πτήσης», αφού «πρέπει να διατηρείται σε συγκεκριμένο επίπεδο η πολεμική ετοιμότητα των πιλότων της πολεμικής αεροπορίας». «Εμείς κρατάμε στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο τις ώρες πτήσεις. Πέραν τούτου, φυσικά και θα πετάμε στον διεθνή εναέριο χώρο του Αιγαίου, διότι είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε εκπαιδευτικές πτήσεις και πάνω από τη θάλασσα. Ένα μέρος των πτήσεων πραγματοποιείται στη Μεσόγειο», πρόσθεσε και τόνισε: «Σκοπός μας δεν είναι να προκαλέσουμε προβλήματα και κρίση στο Αιγαίο. Σκοπός μας είναι να κρατούμε σε ένα επίπεδο την εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεών μας και της πολεμικής αεροπορίας». Τέλος, αναφέρθηκε στα περί επίσκεψής του στην Ελλάδα, λέγοντας ότι είχε σχεδιαστεί η επίσκεψή αυτή, αλλά ματαιώθηκε μετά την αποστράτευση του Έλληνα ομολόγου του και τόνισε πως «εάν υπάρξει πρόσκληση, θα πάω ευχαρίστως και εγώ και οι υπόλοιποι αρχηγοί όπλων».

Στη φυλακή στρατηγός
O υποδιοικητής της Τουρκικής Ακαδημίας Πολέμου, αντιστράτηγος Γιουρνταέρ Ολτζάν, σε βάρος του οποίου εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης για τη συμμετοχή του στην απόπειρα πραξικοπήματος, γνωστή ως υπόθεση «Βαριοπούλα», προσήλθε στο Δικαστικό Μέγαρο του Μπεσίκτας στην Κωνσταντινούπολη όπου και κρατήθηκε, προκειμένου να μεταφερθεί στις στρατιωτικές φυλακές του Χάσνταλ. Πρόκειται για τον 29ο συλληφθέντα για την υπόθεση, που προέβλεπε και την πρόκληση επεισοδίου στο Αιγαίο και τα ελληνοτουρκικά σύνορα προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋπόθεσες που θα επέτρεπαν την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Ο δικηγόρος του στρατηγού Ολτζάν κατέθεσε αίτηση αποφυλάκισης του πελάτη του επικαλούμενος τον κίνδυνο «ανηκέστου βλάβης» της υγείας του στρατηγού.

Read more...

Πάνε για χωρικά ύδατα "κτένα" στο Αιγαίο - Τι δίνουμε τι "παίρνουμε"


Eπιβεβαιώνονται και από τουρκικής πλευράς οι πληροφορίες που έχει δημοσιεύσει το defencenet.gr για μυστικές συνομιλίες των κυβερνήσεων Αθήνας και Άγκυρας με αντικείμενο την αλλαγή του ισχύοντος καθεστώτος στο Αιγαίο με «αυξομειώσεις» των εθνικών χωρικών υδάτων και του Εθνικού Εναέριου Χώρου. Πάμε για χωρικά ύδατα σχήματος "κτένας" με την Τουρκία να αποκτά τον ζητούμενο από αυτήν, "ζωτικό χώρο"... Ο, συνήθως άριστα πληροφορημένος, Τούρκος δημοσιογράφους Μεχμέτ Αλί Μπιράντ σε άρθρο του σε ότι αφορά τα αποτελέσματα της επίσκεψης Ερντογάν στην Αθήνα αναφέρει ότι «συμφωνήθηκε να ξεκινήσουν άμεσα συνομιλίες μεταξύ των δύο κυβερνήσεων για επαναχάραξη των χωρικών υδάτων των δύο χωρών και συνακόλουθα και του εναέριου χώρου του Αιγαίου»!


Οι πληροφορίες του defencenet.gr αναφέρουν ότι έχει συσταθεί ήδη ειδική ομάδα στο υπουργείο Εξωτερικών που απαρτίζεται από διπλωμάτες του «στενού» κύκλου των Γ.Παπαδρέου και Δ.Δρούτσα οι οποίοι μελετούν το «πακέτο» των τουρκικών απαιτήσεων, σε συνδυασμό με αυτά που «μπορεί» - έτσι τoυλάχιστον πιστεύουν – να δώσει και να πάρει η Ελλάδα. Επί της ουσίας χαράσσονται νέα θαλάσσια και κατ’επέκταση, εναέρια σύνορα. «Tώρα», γράφει ο Μπιράντ, «οι αρμόδιοι των δύο χωρών θα συναντηθούν, θα θέσουν ενώπιόν τους το χάρτη του Αιγαίου και θα αρχίσουν να χαράσσουν ένα νέο σύνορο. Τα τουρκικά και ελληνικά χωρικά ύδατα, σε κάποιο σημείο θα ανέρχονται στα τρία, σε άλλο σημείο στα οκτώ και σε ορισμένα στα 10 ή στα 12 ναυτικά μίλια.
Ο νέος χάρτης θα εξασφαλίσει την έξοδο της Τουρκίας στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου, θα αντιμετωπίσει τις ανάγκες των στρατιωτικών ασκήσεων και κατά τον ίδιο τρόπο θα εξαλείψει τις ανησυχίες ασφάλειας της Ελλάδας. Η ύπαρξη μιας συμφωνίας στο Αιγαίο θα διευκολύνει και τη λύση όλων των άλλων προβλημάτων. Και τούτο διότι τα χωρικά ύδατα είναι κλειδί. Εάν αυτά προσδιοριστούν, τότε θα προσδιοριστεί αυτομάτως και ο εναέριος χώρος και αν απαιτηθεί, οι δύο χώρες θα απευθυνθούν και στη Χάγη».
Τι σημαίνουν όλα αυτά: Πάμε για διακανονισμό μορφής «κτένας» στο Ανατολικό Αιγαίο, όπου τα ελληνικά χωρικά ύδατα π.χ. νότια της Λέσβου και βόρεια της Χίου και γενικά στα περάσματα των ελληνικών νησιών θα μειωθούν στα τρία μίλια ή ακόμα και λιγότερο! Αντίστοιχα θα αυξηθούν τα χωρικά ύδατα σε περιοχές στρατηγικά «ανώδυνες», όπως στο Ιόνιο, νότια της Κρήτης κλπ.
Τα τουρκικά χωρικά ύδατα από την μικρασιατική ακτή και δυτικά, μεταξύ των νησιών, θα αυξηθούν. Θα δημιουργηθούν δηλαδή «δόντια» σε μια κτένα που θα ξεκινά από τα Δαρδανέλλια και θα φτάνει μέχρι την Ρόδο. Ανάλογη προσαρμογή θα γίνει και στον εναέριο χώρο, ο οποίος πλέον θα συμπίπτει απόλυτα με τα χωρικά ύδατα.
Πρακτικά θα έχουμε επιχειρησιακή διχοτόμηση του Αιγαίο, απομόνωση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου από μεγάλες λωρίδες τουρκικών χωρικών υδάτων κλπ.
Φυσικά όλα αυτά δεν μπορούν να περάσουν «μυστικά». Μπορεί να διαπραγματευθούν μυστικά, αλλά δεν μπορούν να συμφωνήσουν μυστικά. Και αν συμφωνήσουν μυστικά, η όποια συμφωνία θα αφορά τους ίδιους τους κυβερνώντες, όχι την Ελλάδα. Αυτή την "λεπτή διαφορά" θα πρέπει να την προσέξουν και αυτοί που νομίζουν ότι θα συμφωνήσουν ότι συμφωνήσουν σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων...

Read more...

H Άγκυρα επιχειρεί να αναλάβει τον έλεγχο του Αιγαίου ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού


Τη στιγμή που ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευ. Βενιζέλος πραγματοποιούσε επίσκεψη στο Αρχηγείο Στόλου στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας, συνοδευόμενος από τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ Πτέραρχο Ιω. Γιάγκο και τον Αρχηγό ΓΕΝ Αντιναύαρχο Δ. Ελευσινιώτη, η Άκυρα προχωρούσε σε νέα πρόκληση στο Αιγαίο, προβάλλοντας την αξίωση της κατάθεσης σχεδίων πτήσεων και από ελληνικά μαχητικά στο εναέριο χώρο του Αρχιπελάγους. Η εξέλιξη του νέου αυτού περιστατικού άρχισε με την παράβαση του FIR Αθηνών από ένα σχηματισμό οκτώ τουρκικών μαχητικών, μεταξύ Λήμνου και Λέσβου. Τα τέσσερα F-16 και τα ισάριθμα F-4, αναγνωρίσθηκαν και αναχαιτίσθηκαν από τέσσερα ελληνικά Mirage 2000-5.

Κατά την επιστροφή τους ωστόσο τα ελληνικά αεροσκάφη και συγκεκριμένα το ένα από τα δύο ζεύγη των Mirage 2000-5, ενώ πετούσε 18 μίλια νοτιοδυτικά των Αντιψαρών και σε ύψος 14.000 ποδών δέχθηκε κλίση μέσω ασυρμάτου από τουρκική φρεγάτα, ζητώντας ταυτότητα και προθέσεις από τους Έλληνες χειριστές των μαχητικών. Τη στιγμή εκείνη δύο τουρκικά πλοία εκτελούσαν ανθυποβρυχιακή άσκηση. Τα ελληνικά μαχητικά συνέχισαν κανονικά την πορεία τους. Η νέα τακτική της Τουρκίας ωστόσο φαίνεται να παγιώνεται με στόχο αυτό που ο ίδιος ο Εrdogan είπε κατά την επίσκεψη του στην Αθήνα: να πετούν άοπλα και τα ελληνικά αεροσκάφη εντός του FIR Αθηνών και να καταθέτουν επίσης σχέδια πτήσεως. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Έλεγχος του Αιγαίου ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού.

Read more...

Η ΕΠΟΧΗ ΕΡΝΤΟΓΑΝ


Δεν γνωρίζω α ν και κατά πόσο ήταν ιστορική η επίσκεψη του Τούρκου πρωθυπουργού και τns τουρκικής αποστολής στ ην Αθήνα, δεν γνωρίζω πόσο απέδωσαν οι συνομιλία και δεν γνωρίζω αν η συνομιλία των ελάσσονος σημασίας θεμάτων Θα συντελέσουν και στη συνομιλία των μεγάλης σημασίας προβλημάτων που κυριαρχούν στην πολιτική σκηνή των δύο χωρών.
Εκείνο όμως το οποίο γνωρίζω είναι ότι ο διάλογος θα μας οδηγήσει να γνωρίσουμε τον συνομιλητή μας. Δηλαδή τι πρεσβεύει, τι εκπροσωπεί, τι θέλει, τι εκφράζει. Και εμείς δεν γνωρίζουμε τον συνομιλητή μας. Συγκεκριμένα, την Τουρκία.

Παραμείναμε πιστοί στις θέσεις που εκπροσωπούσαμε τη δεκαετία του 1980, χωρίς να θέλουμε να δούμε ότι η Τουρκία μέρα με τη μέρα εκδημοκρατίζεται, εκσυγχρονίζεται, αλλάζει και κατακτά τον κόσμο πολιτικά, πολιτιστικά και οικονομικά. Ξεπέρασε το ΔΝΤ, αύξησε το ΑΕΠ της, πρωταγωνιστεί στα Βαλκάνια, ανταγωνίζεται την Ευρώπη,αν και δεν είναι στην EE. και εγγυάται τη σταθερότητα στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή.
Ο σημερινός πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν άλλαξε το πολιτικό σκηνικό της χώρας ίου, ηεριορίζοντας την ισχύ του στρατού και φέρνοντας νέο πολιτικό δεδομένα. Πολέμησε όσο κανένας άλλος το Βαθύ κρότος από το οποίο και ίδιος είχε κυνηγηθεί, εναντιώθηκε στη δικαστική εξουσία, η οποία θεωρούσε τον εαυτό της θεματοφύλακα του κράτους και φυλάκισε στρατηγούς οι οποίοι υπονόμευαν τη δημοκρατία. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι επικεντρώθηκε στην επίλυση των μειονοτικών δικαιωμάτων και τα μικρά δείγματα γραφής που έδωσε, έστω, σηματοδοτούν μια νέα εποχή. Μια εποχή η οποία δεν υπήρχε ποτέ στην Τουρκία.
Κατά την πρόσφατη επίσκεψη του στην Αθήνα σχετικά με την ομογένεια μας υποσχέθηκε την επαναλειτουργία της Χάλκης την επιστροφή του ακινήτου του Ορφανοτροφείου της Πριγκίπου στον ιδιοκτήτη του, που δεν είναι άλλος οπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αναγνωρίζοντας άμεσα τη νομική του υπόσταση, υποσχέθηκε την απόδοση τουρκικής υπηκοότητας στους Συνοδικούς Αρχιερείς που βρίσκονται εκτός Τουρκίας και στους κληρικούς που υπηρετούν στο Φανάρι, τόνισε ότι δεν θίγεται από τον χαρακτηρισμό του Φαναριού ως Οικουμενικού Πατριαρχείου και κάλεσε τους Κωνσταντινουπολίτες που Βρίσκονται στην Ελλάδα να επιστρέψουν πίσω.
Βέβαιοι, το τελευταίο ίσως να είναι και πολιτικό τρικ. Να επιστρέψουν. Η τουρκική πολιτεία θα τους εξασφαλίσει ασφάλεια και οικονομική δραστηριότητα, θα επιτρέπει στους σημερινούς Κωνσταντινούπολη Έλληνες υπηκόους να κληρονομήσουν και να λάβουν τα ακίνητα των οικογενειών τους που βρίσκονται στη γείτονα; θα επιτραπεί στα παιδιά τους να φοιτούν στα μειονοτικά μας σχολεία, μια και απαγορεύεται σε παιδιά Ελλήνων υπηκόων να φοιτούν στα ομογενειακά μας σχολεία;
Σίγουρα, η Τουρκία έχει κάνει μεγάλα βήματα. Και όποιος δεν τα αναγνωρίζει έχει παρωπίδες. θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η σημερινή κυβέρνηση της γείτονος δραστηριοποιείται στην κατεύθυνση η Τουρκία να αναπτυχθεί, να εκδημοκρατιστεί και να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή. Περιμένουμε περισσότερα. Όχι γρήγορα, γιατί στην Τουρκία δεν αλλάζουν τα δεδομένα άμεσα, αφού όποιος τα αλλάξει θα κατηγορηθεί ότι «παραδίδει τη χώρα». Τα περιμένουμε όμως και αναμένουμε.

Read more...

Το μήνυμα των πασάδων


Τόσο για το θέμα της υφαλοκρηπίδας όσο και για το θέμα του εναέριου χώρου του Αιγαίου μπορούμε να πάμε στη Χάγη». Η δήλωση έγινε από τον κ. Ερντογάν και η σημασία ms δεν περιορίζεται μόνο στο ση είναι η πρώτη φορά που ένας τούρκος πρωθυπουργός εγκατάλειπε την αρνητική θέση της χώρας του στις επανειλημμένες προτροπές της Αθήνας για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο.
Σημασία έχει και από το γεγονός ότι ο κ. Ερντογάν κάνει αυτή τη δήλωση στο αεροδρόμιο της Άγκυρας προερχόμενος από την Αθήνα. Στις δηλώσεις του μετά ns συνομιλίες του με τον πρωθυπουργό κ. Παπανδρέου είχε αποφύγει να είναι συγκεκριμένος στο αίτημα του Αιγαίου.

Βέβαια, η δήλωση του στο αεροδρόμιο της Άγκυρας είναι πολύ γενική και μέχρις ότου πάρει τον δρόμο προς την υλοποίηση της θα χρειαστεί χρόνος και θα «περάσει από σαράντα κύματα», αλλά η αναφορά στη μεθόδευση της Χάγης είναι μία ακόμη ένδειξη του ενδιαφέροντος της Άγκυρας για «ένα νέο βήμα» προς πλήρη ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων. Την θέλουν και οι δύο πλευρές όσο ποτέ άλλοτε.
Η Ελλάδα επειδή πρέπει να στρέψει όλη την προσοχή της στο εσωτερικό και στις σχέσεις της στην Ευρώπη όπου καλώς ή κακώς έχει ακόμη πρόβλημα αξιοπιστίας και στιγματίζεται περίπου ως υπεύθυνη για την κατρακύλα του ευρώ. Η Τουρκία, ιδιαίτερα η κυβέρνηση και το κόμμα του κ Ερντογάν, θέλει ήρεμο περιβάλλον για να προχωρήσει όσο το δυνατόν ανενόχλητη στην αποδόμηση του στρατιωτικού-δικαστικού κατεστημένου και για να εδραιώσει την ηγετική της θέση στον μουσουλμανικό χώρο της περιοχής. Η συμμετοχή ms στην υπογραφή ms συμφωνίας για τα πυρηνικά τουΙράν – η αξία της οποίας αμφισβητείται – δεν ήταν μόνο πράξη αυτοπροβολής του κ. Ερντο­γάν. Ήταν και μια ένδειξη της αγωνίας της Άγκυρας εμπρός στο ενδεχόμενο να έχει πολεμικές συγκρούσεις, έστω συνεχιζόμενη ένταση, στα σχετικώς ευπαθή νότια σύνορα.
Και οι δύο πρωθυπουργοί συναντούν αντιδράσεις. Στην Ελλάδα οι αιώνιοι αρνητές της πραγματικότητας σαρκάζουν ότι κατέληγε σε φιάσκο του κ. Παπανδρέου η πρόσκληση προς τον τούρκο ομόλογό του επειδή δεν έγινε καμία πρόοδος στις σχέσεις των δύο χωρών. Αλλά κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορούσε να περιμένει λύσεις, αφού άλλωστε η Αθήνα έδειξε με πολλούς τρόπους ότι ένα ξεκίνημα σε νέες βάσεις επιχειρεί και ότι αν κάτι συμφωνήθηκε είναι η μεθοδολογία προς τον τελικό στόχο.
Στην Τουρκία το στρατιωτικό κατεστημένο δεν περίμενε καν την επιστροφή του κ. Ερντογάν. Την ώρα που αυτός συζητούσε με τον έλληνα ομόλογό του, τουρκικά αεροπλάνα, οπλισμένα ή μη, πετούσαν πάνω από τις «αμφισβητούμενες ζώνες» στο Αιγαίο. Μήνυμα προς τον κ. Ερντογάν, αλλά και προς την Αθήνα,

Read more...

Τι σηματοδότησε η επίσκεψη Έρντογαν στην Ελλάδα και πόσο καλά πήγε;


Η επίσκεψη έδωσε μία νέα πολιτική ώθηση στην προσπάθεια επαναπροσέγγισης των δύο χωρών και πήγε καλά. Αυτή η εκτίμηση είναι κοινή και στις δύο πλευρές και αποτυπώθηκε και στον τύπο των δύο χωρών. Αξίζει να μελετήσει κανείς τους λόγους της επιτυχίας της επίσκεψης. Πρώτον, υφίσταται εγνωσμένη βούληση και στις δύο πλευρές να σημειωθεί πρόοδος στις διμερείς σχέσεις. Οι λόγοι που βρίσκονται πίσω από τη βούληση αυτή είναι διαφορετικοί για τις δύο πλευρές. Στη μεν ελληνική πλευρά, ο πρωθυπουργός επιθυμεί να αναβιώσει την πρώτη επαναπροσέγγιση της περιόδου 1999, κάτι που έχει εξάλλου δηλώσει. Η τουρκική πλευρά, και αν ακόμη δεν το έχει δηλώσει ρητά, έχει καταστήσει σαφές ότι τα ελληνοτουρκικά δεν αποτελούν προτεραιότητα της παρούσας κυβέρνησης, που δε βλέπει την Ελλάδα ως «απειλή» για την Τουρκία. Δεύτερον, η οικονομική κρίση που ταλανίζει την Ελλάδα θα αποτελέσει τον καταλύτη για τη βελτίωση των σχέσεων, επιτελώντας ρόλο παρόμοιο με εκείνον που είχαν διαδραματίσει οι σεισμοί το 1999. Η κρίση θα επιτρέψει στις ηγεσίες των δύο χωρών, και ιδίως στην ελληνική, να βρουν ερείσματα στην κοινή γνώμη για την ειλημμένη απόφαση της επαναπροσέγγισης.

Πολλοί στην Ελλάδα ανησυχούν πως η τουρκική κυβέρνηση προσεγγίζει τώρα την Ελλάδα από θέση ισχύος. Γίνεται πολύς λόγος για «νεο-Οθωμανική» προσέγγιση και αναφορές στην εξομάλυνση των σχέσεων με τη Συρία και την απόπειρα εξομάλυσνης με την Αρμενία. Στις περιπτώσεις αυτές η στρατηγική της Άγκυρας ήταν να αποσπάσει σημαντικές υποχωρήσεις, προσφέροντας στην άλλη πλευρά επενδύσεις και δίοδο επικοινωνίας με την Ευρώπη.

Στην περίπτωση της Ελλάδος νομίζω πως αυτό δεν ισχύει. Δε θεωρώ ότι η Τουρκία την προσεγγίζει με τρόπο πατερναλιστικό, ή ότι βρίσκεται σε σχέση ισχύος, όπως στην περίπτωση της Συρίας και της Αρμενίας. Η Ελλάδα είναι μία χώρα ισχυρή πολιτικά, είναι μέλος της ΕΕ και ως ένα βαθμό κρατά ένα από κλειδιά της ειδοχής της Τουρκίας στην ΕΕ. Στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια, εξάλλου, θεωρούσαν ότι η Ελλάδα ήταν ισχυρή και επέβαλε τη θέλησή της, τουλάχιστον εντός των πλαισίων της ΕΕ. Όσον αφορά την οικονομική κρίση ειδικότερα, η Τουρκία έχει περάσει πολλάκις τις Συμπληγάδες της οικονομικής κατάρρευσης. Η τελευταία φορά που έπρεπε να αντιμετωπίσει μία αντίστοιχη κατάσταση απέχει λιγότερο από δεκαετία. Συνεπώς, η Τουρκία καλύτερα από οποιονδήποτε στην περιοχή είναι σε θέση να γνωρίζει τι περιμένει την Ελλάδα και τι πρέπει να γίνει, ενώ στην κοινή γνώμη της Τουρκίας επικρατεί μέλλον ένα αίσθημα συμπάθειας. Πρέπει να εκμεταλλευθούμε την οικονομική κρίση ως ευκαιρία για να βελτιώσουμε τις διμερείς σχέσεις μας.

Η κρίση ενδεχομένως δημιουργήσει αντανακλαστικά πανικού στην ελληνική κοινή γνώμη. Πώς μπορούμε να τη «χρησιμοποιήσουμε» ως καταλύτη θετικών εξελίξεων στα ελληνοτουρκικά;

Ακριβώς λόγω της κρίσης, στην αντιμετώπιση της οποίας πρέπει να επικεντρωθεί η κυβέρνηση, τα ελληνοτουρκικά δεν αποτελούν πρώτη προτεραιότητα για την ελληνική πλευρά. Στην Τουρκία πάλι, η Ελλάδα έχει υποβαθμισθεί στο σύστημα προτεραιοτήτων της εξωτερικής πολιτικής, που έχει στρέψει την προσοχή του προς άλλα μέτωπα. Πίσω από την επανιεράρχηση αυτή λανθάνει η συνειδητοποίηση ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν ενέχουν τον κίνδυνο μίας σύρραξης, ενώ η Ελλάδα δεν απειλεί την τουρκική ασφάλεια αλλά αντιθέτως φυλά τρόπον τινά το δρόμο προς την επίτευξη των στρατηγικών επιδιώξεων της Τουρκίας. Σε πρακτικό πάλι επίπεδο, η ανάγκη εξοικονόμησης κονδυλίων θα εξυπηρετηθεί κατά κύριο λόγο από περικοπές στον τομέα των εξοπλισμών. Παρόμοια λύση ακολουθήθηκε τη δεκαετία του 1990, όταν η Ελλάδα χρειαζόταν χρήματα για να προσχωρήσει στην Ο.Ν.Ε. και η Τουρκία ήταν αναγκασμένη να συγκεντρώσει τα στρατεύματά της στη Νοτιοανατολή. Άρχισε τότε να υποβαθμίζει την 4η Στρατιά («του Αιγαίου»). Σήμερα, η Ελλάδα έχει επιτακτική ανάγκη να εξοικονομήσει κονδύλια, και η Τουρκία αποτελούσε βασική αιτία ή δικαιολογία για τις υπέρογκες στρατιωτικές της δαπάνες. Εξίσου όμως η Τουρκία επιβάλλεται να στρέψει την προσοχή της στα ανατολικά της σύνορα. Πέραν του γεγονότος ότι στις νοτιοανατολικές επαρχίες της χώρας μαίνεται ένας ακήρυχτος πόλεμος με νεκρούς σχεδόν καθημερινά, η Τουρκία γνωρίζει πως συνορεύει με χώρες εξαιρετικά ασταθείς, το μέλλον των οποίων είναι αβέβαιο. Κανείς δεν ξέρει τι επιφυλάσσει η επόμενη μέρα στο Ιράκ ή το Ιράν, ή αν επίκειται μία γενικότερη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.

Πολλοί στην Ελλάδα εκφράζουν επιφυλάξεις όσον αφορά την ειλικρίνεια των προθέσεων και των πρόσφατων λόγων του Έρντογαν. Εσείς τι πιστεύετε;

Νομίζω ότι στη βάση των επιφυλάξεων αυτών βρίσκεται μία συσσωρευμένη συλλογική εμπειρία αναμφισβήτητα αρνητικών παρελθουσών εμπειριών καθώς και φοβίες. Πολλοί απλώς δε θέλουν ούτε να ακούσουν τη λέξη «Τουρκία», που αποτελεί «κόκκινο πανί», και είναι εκ προοιμίου αρνητικά διατεθειμένοι. Μπορεί κατά τη διάρκεια της επταετούς διακυβέρνησης από τον Ταγίπ Έρντογαν να μη βλέπουν τίποτε το θετικό, ωστόσο και όλη αυτή την περίοδο δεν είχαμε τίποτε το αρνητικό. Δε σημειώθηκε καμμία κρίση ή κλιμάκωση. Η παρούσα τουρκική κυβέρνηση επιθυμεί νομίζω ειλικρινά την αποκλιμάκωση με την Ελλάδα, που προϋποθέτει και την επίλυση των μεταξύ των δύο χωρών διαφορών. Η εξάλειψη της πεποίθησης ότι η Ελλάδα αποτελεί απειλή εξυπηρετεί την κυβέρνηση Έρντογαν και στο εσωτερικό μέτωπο. Ας μην παραβλέπουμε πως το στρατιωτικό – γραφειοκρατικό κατεστημένο ήταν που επικαλείτο την «ελληνική απειλή», ως έναν από τους λόγους ύπαρξής του. Πολλοί στην Τουρκία δικαιολογούσαν το ρόλο τους εξαιτίας ακριβώς της υπολαμβανόμενης αυτής απειλής. Με τον ίδιο τρόπο που πολλοί Έλληνες φοβούνται ότι η Τουρκία «θα αρπάξει ένα από τα νησιά μας» έτσι και πολλοί Τούρκοι φοβούνταν πως η Ελλάδα – σε συνεργασία με άλλες δυνάμεις – θα απεργαζόταν τη διαίρεση της χώρας τους. Ακόμη και αν αυτό φαίνεται υπερβολικό με στρατηγικούς όρους, με πολιτικούς όρους δεν είναι παράλογο: θεωρούν ότι η Ελλάδα με πολιτικούς όρους έχει βλάψει την Τουρκία όποτε της δόθηκε η ευκαιρία, όπως με την υπόθεση Ότζαλαν. Σημειωτέον, τέλος, ότι η ένταξη στην ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί την εκπεφρασμένη, τουλάχιστον, προτεραιότητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Στη βάση αυτή, τα πρακτικά οφέλη της επαναπροσέγγισης με την Ελλάδα είναι πολύ μεγάλα. Η διατήρηση των εντάσεων δυναμιτίζει την τουρκική ένταξη στην ΕΕ, ενώ η ομαλοποίηση τη διευκολύνει. Είναι σε όφελος και των δύο χωρών η εξομάλυνση των διμερών σχέσεων, είτε ως προϋπόθεση για την τουρκική ένταξη, είτε ως απαραίτητο συστατικό καλής γειτονίας σε περίπτωση ματαίωσης της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας. Αλλά η απαλλαγή της εξωτερικής πολιτικής από μία προβληματική ατζέντα θα δώσει μεγαλύτερη ευχέρεια στην κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τα μείζονα εσωτερικά προβλήματα της Τουρκίας – την καταπολέμηση του παρακράτους και τη συνταγματική αναθεώρηση.

Η οικονομική ταλαιπωρία της Ελλάδος προκάλεσε χείμαρρο απαξιωτικών για την ΕΕ σχολίων σε όλες τις εφημερίδες της Τουρκίας. Έχει υποβαθμισθεί η προτεραιότητα της ένταξης μετά την ελληνική περιπέτεια;

Είναι αλήθεια πως η οικονομική κρίση στην Ελλάδα αποδόμησε την ΕΕ στην εσωτερική πολιτική συζήτηση στην Τουρκία, λόγω των τριβών που σημειώθηκαν στο εσωτερικό της Ένωσης. Η απροθυμία ή η αδυναμία της ΕΕ να παρέμβει προβλημάτισε μεγάλο μέρος της τουρκικής κοινής γνώμης, ενώ κατέστησε σαφές πως η ΕΕ δεν αποτελεί πανάκεια στα προβλήματα μίας χώρας. Όταν μία χώρα σαν την Ελλάδα, που αποτελεί μέλος της ΕΕ τα τελευταία τριάντα χρόνια, δεν έχει κατορθώσει να ξεπεράσει τα οικονομικά της προβλήματα και μάλιστα εγκαταλείπεται αβοήθητη ως την τελευταία στιγμή από τον κοινοτικό μηχανισμό, γεννάται αμέσως το ερώτημα στο μέσο Τούρκο μήπως οι σχέσεις εντός της ΕΕ είναι επιδερμικές. Ωστόσο, οι λόγοι για τους οποίους η Τουρκία επιθυμεί την ένταξή της είναι προεχόντως πολιτικής και στρατηγικής, παρά οικονομικής φύσεως. Επίσης, κυριαρχεί η πεποίθηση ότι η Τουρκία δεν έχει στην παρούσα συγκυρία ανάγκη την ΕΕ στον οικονομικό τομέα, καθώς η τουρκική οικονομία «στέκεται στα πόδια της». Σε κάθε πάντως περίπτωση η περιπέτεια της Ελλάδος δίνει ένα πλέον επιχείρημα στους Τούρκους ευρωσκεπτικιστές.

Θα έπρεπε ίσως οι ηγεσίες των δύο χωρών στην παρούσα φάση να προχωρήσουν στην επίλυση των διμερών διαφορών, σε συνεννόηση με οργανώσεις της «κοινωνίας των πολιτών» αλλά χωρίς να ζητούν σε κάθε βήμα το πράσινο φως της κοινής γνώμης;

Το πώς γίνεται αντιληπτή η έννοια της «κοινής γνώμης» και πώς αυτή διαμορφώνεται αποτελεί ζήτημα προς συζήτηση. Πρέπει επίσης να συζητηθεί ο ρόλος του τύπου στη διαμόρφωσή της. Δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι στην Ελλάδα η κοινή γνώμη είναι εξόχως συμμετοχική, ενώ στην Τουρκία το αντίθετο – δεν υπάρχει κουλτούρα συμμετοχής. Η επαναπροσέγγιση, σημειωτέον, στηρίζεται σε ένα κεκτημένο στηριγμένο κυρίως σε πρόσωπα και πολιτική βούληση. Δεν έχει όμως αποκτήσει θεσμικά ερείσματα. Η διαδικασία επαναπροσέγγισης μπορεί να χαίρει μιας αμφιμερώς ειλημμένης απόφασης και να οδήγησε σε μία «ήρεμη δεκαετία» στα ελληνοτουρκικά, αλλά σήμερα απαιτείται μία νέα ώθηση. Εδώ έγκειται και η σημασία της επίσκεψης του Έρντογαν – το κεκτημένο της ομαλοποίησης των σχέσεων έπρεπε να λάβει μία νέα ώθηση από ανώτατα πολιτικά κλιμάκια. Η έλλειψη θεσμικής βάσης το έκανε πιο εύθραυστο και επιφανειακό. Πάντως είναι ιδιαίτερα σημαντικό πως σήμερα δεν ξεκινούμε από το μηδέν, όπως το 1999.

Πέραν των πολιτικών πρωτοβουλιών, ο τύπος και οι οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο χώρο της διαμόρφωσης της κοινής γνώμης πρέπει να εγκαταλείψουν τη λογική της αντιπαλότητας, που είχε μειωθεί τα πρώτα χρόνια της επαναπροσέγγισης. Έχει εξαιρετική σημασία ποιες ειδήσεις επιλέγει ο τύπος, πώς τις παρουσιάζει, ποιες πρωτοβουλίες λαμβάνει η κοινωνία των πολιτών.

Θεωρείτε πως το σοβαρότερο πρόβλημα στις σχέσεις είναι η άγνοια της άλλης πλευράς;

Θεωρώ ότι τα προβλήματα τουλάχιστον του Αιγαίου – που παρουσιάζονται ως τα κύρια αγκάθια στη σημερινή δυναμική των σχέσεων – είναι προβλήματα τεχνικά. Είναι με άλλα λόγια επιδεκτικά τεχνικής λύσης, εφόσον υφίσταται η πολιτική βούληση. Ταυτόχρονα, είναι θέματα που αναδύθηκαν σε μία συγκυρία εντελώς διαφορετική στις διεθνείς σχέσεις – την περίοδο του ψυχρού πολέμου και της πετρελαϊκής κρίσης. Θα πρέπει συνεπώς να επανεξετάσουμε τη σχετικότητά τους στη σημερινή συγκυρία. Κατά τη γνώμη μου είναι ζητήματα ξεπερασμένα, διαφορές παρωχημένες ως προς το χαρακτήρα και την ουσία τους. Η διαμάχη γύρω από το Αιγαίο αναδύθηκε σε μία περίοδο όπου, μεσούσης της πετρελαϊκής κρίσης του 1973, υπήρξαν ελπίδες ανεύρεσης πετρελαίου στο Αιγαίο. Τρίτα κράτη πίεζαν την Ελλάδα και την Τουρκία να εκχωρήσουν άδειες εξερεύνησης και εξόρυξης. Σήμερα είναι σαφές πως τα κοιτάσματα στο Αιγαίο είναι είτε πολύ περιορισμένα, είτε κακής ποιότητας, είτε δεν είναι οικονομικά συμφέρουσα η εξόρυξή τους. Τέλος, τα διμερή ζητήματα στο Αιγαίο αναδύθηκαν την εποχή που η Τουρκία διοικείτο από κατ’ όνομα, τουλάχιστον, κεντροαριστερές κυβερνήσεις, που διακατέχονταν από την ιδιότυπη κεμαλική εμμονή περί «δυτικού ιμπεριαλισμού». Οι κυβερνήσεις αυτές θεωρούσαν την Ελλάδα κακομαθημένο παιδί ή πιόνι του δυτικού ιμπεριαλισμού, μέσω της οποίας η Δύση προσπαθούσε να πλήξει την Τουρκία. Έπασχαν από το «σύνδρομο των Σεβρών», τη φοβία ότι οι ξένες δυνάμεις σχεδίαζαν τη διαίρεση της χώρας, από το οποίο υποφέρει μεγάλο μέρος του κεμαλικού χώρου. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται πως η κούρσα εξοπλισμών των δύο χωρών ήταν εξαιρετικά προσοδοφόρος για τις ξένες εξοπλιστικές εταιρείες. Εκείνη την εποχή ο στρατός ήταν πανίσχυρος στην Τουρκία, και αυτός καθόριζε τη φύση και το περιεχόμενο των «απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας». Η Ελλάδα πάλι μόλις έβγαινε από την Επταετία, ήταν εξαιρετικά αδύναμη και είχε περιπέσει σε διεθνή ανυποληψία.

Εάν τα προβλήματα δεν είναι παρά τεχνικής φύσεως, τι είναι αυτό που τα ανάγει σε «ζητήματα καίριας σημασίας»;

Ο ψυχολογικός παράγων. Η φοβική ψυχολογία οφείλεται στη στείρα αναπαραγωγή, την αναμάσηση στερεοτύπων μέσα από την εκπαίδευση, τη συλλογική μνήμη και το ρόλο των ΜΜΕ. Καλλιεργεί τον ανταγωνισμό και δίνει έμφαση στις αρνητικές πλευρές της ιστορικής διαδρομής των δύο εθνών, παραβλέποντας σχεδόν εντελώς τις όποιες θετικές πλευρές. Η συμβίωση αναπαράγεται μόνο αρνητικά, ενώ πολλές ιστορικές ανακρίβειες προπαγανδίζονται από κύκλους που έχουν συμφέρον να καλλιεργούν την αντιπαράθεση. Ήδη όμως βρίσκεται σε εξέλιξη μια προσπάθεια και στις δύο κοινωνίες να απαλλαγούν τα ιστορικά συγγράμματα της σχολικής εκπαίδευσης από φράσεις που προάγουν τον εθνικισμό και τον ανταγωνισμό. Ιστορικοί, παιδαγωγοί και άλλοι εμπειρογνώμονες εργάζονται και στις δύο πλευρές, αλλά πλέον και από κοινού, για την εξάλειψη των επίμαχων φράσεων και τη διόρθωση ιστορικών ανακριβειών.

Πώς αλλιώς μπορούν να καταρριφθούν τα αρνητικά στερεότυπα για την «άλλη» πλευρά;

Πίσω από τα στερεότυπα βρίσκεται η άγνοια, που διευκολύνει την αναμάσησή τους. Είναι πολύ ευκολότερο για κάποιον να καλλιεργήσει αρνητικά συναισθήματα προς μία ομάδα που δε γνωρίζει ενώ, αντίστροφα, είναι πολύ δυσκολότερο να μισήσεις συλλήβδην μία ομάδα, με μέλη της οποίας έχεις αναπτύξει δεσμούς.

Η λύση βρίσκεται συνεπώς στη γνωριμία του «άλλου». Πόσο μάλλον καθώς τα γλυκανάλατα που λέγονται και γράφονται για το «πόσο μοιάζουν» οι δύο λαοί είναι απολύτως άστοχα. Υπάρχουν κάποια κοινά σημεία και αναφορές, όπως είναι αναπόφευκτο μετά από χιλιετία συμβίωσης (οι Τούρκοι έφθασαν στη Μικρά Ασία το 1071). Ωστόσο, οι δύο κοινωνίες δε μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους. Έλληνες και Τούρκοι έχουν διαφορετικό ταμπεραμέντο, διαφορετικές αξίες, διαφορετικά σημεία αναφοράς και εντελώς διαφορετικούς τρόπους συμπεριφοράς και έκφρασης και διαφορετική ψυχολογία. Πρέπει να καλλιεργηθεί η συνάντηση και η επαφή μεταξύ τους, ώστε η μία ομάδα να μπορέσει να κατανοήσει την άλλη, ως ένα βέβαια βαθμό.

Οι ομάδες των νέων που έχουν ανατραφεί στη μία χώρα αλλά ζουν μόνιμα στην άλλη αποτελούν τα κατεξοχήν πρόσωπα που μπορούν – και επιβάλλεται – να αποτελέσουν τη γέφυρα μεταξύ ων δύο κοινωνιών. Οι νέοι αυτοί πρόκειται να διαχειρισθούν το μέλλον των διμερών σχέσεων, καθώς οι γενιές που έζησαν την αντιπαράθεση έχουν αρχίσει να εκλείπουν. Για παράδειγμα, σήμερα ζουν μόνιμα στην Πόλη τριακόσιοι τουλάχιστον νέοι από την Ελλάδα, που διαθέτουν υψηλή κατάρτιση και έχουν προσαρμοσθεί πολύ καλά στην εδώ ζωή και κοινωνία. Οι περισσότεροι έχουν άριστη γνώση της τουρκικής, και σπουδάζουν σε όλα τα επίπεδα στα τουρκικά πανεπιστήμια – από προπτυχιακούς φοιτητές σε προγράμματα ανταλλαγής ERASMUS ως μετα-διδακτορικούς επιστήμονες. Στην Πόλη εργάζεται και ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός Ελλήνων πανεπιστημιακών. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια σημειώθηκε μαζική εισροή Ελλαδιτών στην Τουρκία, εκεί που μέχρι πολύ πρόσφατα δεν υπήρχε ελληνική παρουσία πέραν της Ομογένειας. Πρόσφατα αρχίζει να διαμορφώνεται και ένα αντίστοιχο ρεύμα Τούρκων νέων που εγκαθίστανται στην Αθήνα. Οι δύο αυτές κοινότητες νέων ανθρώπων θα γκρεμίσουν σιγά σιγά τα τείχη της άγνοιας, της παραπληροφόρησης και της καχυποψίας.

Τι ρόλο φιλοδοξεί να παίξει στην όλη αυτή προσπάθεια το Πρόγραμμα Ελληνοτουρκικών Μελετών του Μπιλγκί;

Το διετές αυτό μεταπτυχιακό πιστεύω πως παρέχει μία ευκαιρία σε νέους με κάποιο επίπεδο και εξ ορισμού ανοικτό πνεύμα (εξ ου και θέλουν να συμμετάσχουν στη σχετική διαδικασία) να «εξερευνήσουν» την άλλη πλευρά. Υπό την αιγίδα του προγράμματος, νέοι Έλληνες και Τούρκοι φοιτητές έρχονται σε επαφή και ανταλλάσσουν απόψεις για το κοινό παρελθόν, με τα προβλήματά του, το παρόν και τις ελπίδες για ένα πιο ανώδυνο και δημιουργικό μέλλον. Το πρόγραμμα ενθαρρύνει τη μεταξύ τους συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων, θέσεων, ακόμη και των σχετικών προκαταλήψεων, που οδηγεί σε ένα δημιουργικό διάλογο. Προσπαθεί να είναι κατά το δυνατόν αντικειμενικό, επισημαίνοντας τις ιστορικές αναλήθειες που ανακυκλώνονται στην ιστοριογραφία των δύο χωρών, και να έχει την απαιτούμενη επιστημονική αποστασιοποίηση. Στόχος μας οι απόφοιτοι του μεταπτυχιακού να αποτελέσουν ένα πυρήνα μεταξύ εκείνων που θα διαχειρισθούν το μέλλον των ελληνοτουρκικών, με αντικειμενική πληροφόρηση την οποία ευελπιστούμε πως θα προσπαθήσουν να μεταλαμπαδεύσουν περαιτέρω στους τομείς τους. Κατά τη διάρκεια της συμμετοχής τους στο πρόγραμμα, η ομάδα των εκπαιδευτικών προσπαθεί να τους εμπνεύσει στην αντικειμενικότητα και την κριτική σκέψη αναφορικά και με τις δύο πλευρές, ενισχύοντας παράλληλα την ιστορική τους κατάρτιση.

Παράγοντες των ελληνικών κυβερνήσεων της τελευταίας δεκαετίας έχουν κατ’ επανάληψη σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις παραπονεθεί για την έλλειψη ικανών συμβούλων με καλή γνώση της Τουρκίας, της τουρκικής γλώσσας, κοινωνίας, πολιτικού σκηνικού και εσωτερικών δυναμικών. Αλλά και για το γεγονός ότι πολλοί διεθνολόγοι στην Ελλάδα αυτοπροβάλλονται ως «τουρκολόγοι», ακόμη και αν δε γνωρίζουν καν την τουρκική και δεν έχουν καν επισκεφθεί τη χώρα. Αυτό το κενό προσπαθούμε σήμερα να καλύψουμε, ώστε το μέλλον των ελληνοτουρκικών να μην αφεθεί στα χέρια ερασιτεχνών ή προσώπων ανίδεων για την Τουρκία του σήμερα.

Read more...

Αναγνώστες

About This Blog

  © Blogger templates ProBlogger Template by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP